Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Κατασκευή» μιας βιομηχανίας εκπαίδευσης, που στόχο έχει τα έσοδα.

Tον αριθμό των 60.000 έφτασαν οι νέοι/-ες που είναι εγγεγραμμένοι σε κάποιο από τα 774 (!) προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών που λειτουργούν στα ελληνικά πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ (πολύ περισσότερα από τα υπάρχοντα προπτυχιακά τμήματα όλων των ΑΕΙ της χώρας).
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, στη χώρα μας λειτουργούν 668 προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στα Πανεπιστήμια (εξ αυτών τα 433 με δίδακτρα) και 106 στα ΤΕΙ (εξ αυτών τα 102 με δίδακτρα). Στα μεταπτυχιακά προγράμματα των Πανεπιστημίων φοιτούν 49.000 φοιτητές και των ΤΕΙ 11.000.

Για να πάρει κανείς μια «γεύση» μόνο της εξέλιξης του μεταπτυχιακού πληθυσμού των ελληνικών πανεπιστημίων, αρκεί να πούμε ότι μέσα σε μια εικοσαετία είχαμε πενταπλασιασμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, ενώ την ίδια περίοδο οι προπτυχιακοί φοιτητές των ΑΕΙ-ΤΕΙ έμειναν περίπου οι ίδιοι. Η συντριπτική πλειονότητα των μεταπτυχιακών προγραμμάτων λειτουργεί με δίδακτρα (το 66% των μεταπτυχιακών των ΑΕΙ και το 96% των ΤΕΙ), τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούν τις 12.000 ευρώ, κυρίως σε τμήματα οικονομικών σπουδών.
Στα ΤΕΙ τα υψηλότερα δίδακτρα αγγίζουν τις 7.000 ευρώ.
Ανεξέλεγκτο τοπίο
Η έρευνα της αρμόδιας επιτροπής του υπουργείου Παιδείας για τον χάρτη των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα αναδεικνύει μια αθέατη -σε πολλούς- πραγματικότητα: Για παράδειγμα, σε αρκετά τμήματα ΤΕΙ λειτουργεί πλήθος μεταπτυχιακών προγραμμάτων, με δυσανάλογα χαμηλό αριθμό καθηγητών. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αφορούν το ΤΕΙ Πειραιά, όπου σε ένα Τμήμα λειτουργούν 5 μεταπτυχιακά με μόλις 18 καθηγητές, αλλά και δύο Τμήματα σε επαρχιακό ΤΕΙ, όπου με μόλις 6 καθηγητές λειτουργούν δύο μεταπτυχιακά προγράμματα.

Σε κάποιες περιπτώσεις συνάπτονται «πελατειακές» εξωτερικές συνεργασίες για την πραγματοποίηση των μαθημάτων –που έχουν να κάνουν και με τη μοιρασιά στα δίδακτρα.
Την ίδια ώρα, «υπερφυσικά» δίδακτρα «απολαμβάνουν» ορισμένα μεταπτυχιακά προγράμματα σε διάφορα πανεπιστήμια. Για «λίγους και εκλεκτούς» είναι τα μεταπτυχιακά σε Τμήμα του Πολυτεχνείου Κρήτης, που φτάνουν έως και τις 16.000 ευρώ, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθήνας (έως και 12.000 ευρώ), αλλά και στο Πανεπιστήμιο Πάτρας, στα Οικονομικά και τη Διοίκηση Επιχειρήσεων κάποιων ΤΕΙ, στο Πανεπιστήμιο Πειραιά κ.α.

Ακόμη και η απόφαση 2411/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας που είχε δεχθεί ως συνταγματικά επιτρεπτή την επιβολή διδάκτρων, ειδικά για μεταπτυχιακές σπουδές, σε ρητή αντιδιαστολή προς τις προπτυχιακές, τόνιζε ότι «δεν δύναται όμως (η Διοίκηση) να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος, ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης οικονομικής δυνατότητας».
Αλλα σημαντικά ευρήματα, που βεβαίως γεννούν ερωτήματα και περιγράφουν την «κατασκευή» μιας βιομηχανίας που στόχο έχει τα έσοδα, είναι διάφορα εξ αποστάσεως μεταπτυχιακά, άλλα που συνεργάζονται με κολέγια του εξωτερικού, αλλά και μεταπτυχιακά που είναι είτε διαρθρωμένα ως προπτυχιακά είτε υπερεξειδικευμένα.
Την τελευταία δεκαετία είναι ήδη εμφανής μια τάση αποποίησης της ευθύνης του κράτους για την εξασφάλιση της δημόσιας χρηματοδότησης των μεταπτυχιακών σπουδών και μια προσπάθεια λειτουργίας των μεταπτυχιακών με τη λογική της ανταποδοτικότητας.

Αυτό φαίνεται καθαρά, τόσο από το γεγονός ότι σε ένα μεγάλο μέρος των μεταπτυχιακών προγραμμάτων έχουν επιβληθεί δίδακτρα όσο και από τις δημόσιες συζητήσεις (ΥΠΕΠΘ, Σύνοδος Πρυτάνεων, Πανεπιστήμια) και από τον προσανατολισμό και τη φιλοσοφία του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου για τις μεταπτυχιακές σπουδές, όπου δεν εξασφαλίζεται σε καμιά περίπτωση το ότι τα μεταπτυχιακά προγράμματα θα είναι δημόσια και δωρεάν.

Αντίθετα, προβλέπεται ότι, για να εγκριθεί η πρόταση λειτουργίας ενός μεταπτυχιακού, πρέπει να αποδεικνύεται η «οικονομική βιωσιμότητά» του και στον προϋπολογισμό του να υποδεικνύονται «οι προβλεπόμενες πηγές εσόδων», δηλαδή ανατίθεται στους πανεπιστημιακούς να βρουν «πηγές εσόδων» και να καθορίσουν «το ύψος της χρηματοδότησης από την κάθε πηγή».
Φυσικά, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος ότι, εκτός του υπουργείου, οι υπόλοιπες «πηγές εσόδων» είναι συγκεκριμένες: τα δίδακτρα και τα έσοδα «ενοικίασης» των υποδομών και του έργου των μεταπτυχιακών φοιτητών σε κάποια επιχείρηση.

Και βέβαια, ένα τμήμα πανεπιστημιακών χρησιμοποιεί τα μεταπτυχιακά προγράμματα ως επιμίσθιο, ακόμη και ως γενναία πηγή εισοδήματος.
«Τεταρτοβάθμια» εκπαίδευση
Στο πλαίσιο αυτό είναι πλέον ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι ένα νέο τοπίο έχει συγκροτηθεί στην Tριτοβάθμια Eκπαίδευση, μια νέα οροφή, που η μαζικότητα των «στηριγμάτων» της και το γεωγραφικό άπλωμά της οικοδομούν σταθερά έναν δεύτερο κύκλο σπουδών.

Βρισκόμαστε στα φύτρα μιας αναδυόμενης πραγματικότητας, όπου οι προπτυχιακές σπουδές -σε αρκετές περιπτώσεις- αποτελούν πλέον τον πρώτο κύκλο σπουδών, στον οποίο συσσωρεύεται μια χαμηλής ποιότητας μαζική εκπαίδευση, χωρίς πόρους και υποδομές, αποκομμένη αναγκαστικά από το οξυγόνο της βασικής έρευνας και λειτουργικά προσαρμοσμένη στις φθηνότερες και προφανώς αναποτελεσματικότερες μορφές διδασκαλίας.
Πάνω από τον πρώτο κύκλο έχει ήδη συγκροτηθεί (και δυναμώνει με ταχύτητα) ο δεύτερος κύκλος σπουδών, που δεν είναι άλλος από τον «γαλαξία» των μεταπτυχιακών προγραμμάτων με δίδακτρα.

Ουσιαστικά έχουν καθιερωθεί δύο Πανεπιστήμια: ένα Προπτυχιακό και ένα Πανεπιστήμιο... μεταπτυχιακών προγραμμάτων.
Η απογείωση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων πριμοδοτείται από την προσπάθεια των πτυχιούχων να αυξήσουν το αντίκρισμα των τίτλων τους στην αγορά εργασίας, κοντολογίς για καλύτερο «πλασάρισμα» στην αγορά αυτή, καθώς το «εφόδιο» του μεταπτυχιακού τίτλου έρχεται να «ξαναμοιράσει την τράπουλα» στον χώρο της επαγγελματικής απόδοσης των τίτλων.
Το «φτωχό» προπτυχιακό


Εδώ και αρκετά χρόνια, σε πολλά πανεπιστημιακά τμήματα, για να φτιαχτεί μεταπτυχιακό πρόγραμμα, αφαιρέθηκαν μαθήματα από τον προπτυχιακό κύκλο (δηλαδή μαθήματα που παλιότερα οι φοιτητές διδάσκονταν πριν από το πτυχίο τους) και μεταφέρθηκαν στο μεταπτυχιακό!
Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, αντιγράφηκαν μαθήματα του προπτυχιακού κύκλου, για να διδάσκονται στο μεταπτυχιακό, με περισσότερες λεπτομέρειες και διαφορετικά συγγράμματα απ’ ό,τι πριν από το πτυχίο.
Να το πούμε καθαρά: υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, που είναι η αφαίρεση ενός σημαντικού μέρους της γνώσης που θα έπρεπε να αποκτιέται προπτυχιακά και η ένταξή της στα μεταπτυχιακά.

Και είναι βέβαια θλιβερή η διαπίστωση ότι πολλά από τα μεταπτυχιακά προγράμματα προσφέρουν μαθήματα, τα οποία όχι μόνο υπάρχουν στο κανονικό πρόγραμμα των σπουδών, αλλά μερικές φορές κατά τη μετάλλαξή τους σε μεταπτυχιακά «ελαφραίνει» και το επιστημονικό τους υπόβαθρο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις επιλέγεται η εύκολη, αλλά αντιεπιστημονική λύση της ατελούς συρραφής ρηχών γνώσεων, ευρέος και αδιαβάθμητου φάσματος!
Αυτή η μοιρολατρική αποδοχή της υποβάθμισης των πανεπιστημιακών σπουδών δημιούργησε μια «ελληνική τεταρτοβάθμια εκπαίδευση», με δυσανάλογη για τις πραγματικές ανάγκες της χώρας έκταση και συνακόλουθο υπέρογκο κόστος σε χρόνο και χρήμα για τους Ελληνες πτυχιούχους.
Το ιδιωτικοποιούμενο μεταπτυχιακό

Τα δίδακτρα που πολλά από αυτά τα «προγράμματα» έχουν ήδη θεσπίσει προδιαγράφουν με σαφήνεια τον ρητά ιδιωτικό χαρακτήρα, που μέλλει να αποκτήσουν οι σπουδές, οι οποίες θα ακολουθούν τον πρώτο κύκλο, ως δεύτερος, μεταπτυχιακός κύκλος σπουδών, όπως προβλέπει η «διαδικασία της Μπολόνια».
www.efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: