Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Η επιστροφή της εκλογικής μαγειρικής: τα κυβερνητικά σχέδια για τον εκλογικό νόμο

«Μεγάλος Συνασπισμός», όπως θέλουν οι ισχυροί Ευρωπαίοι; Συμμαχική κυβέρνηση με πολλά μεγαλύτερα και μικρότερα κόμματα; Είσοδος στη Βουλή κομμάτων από τις μειονότητες και το χώρο του χαβαλέ; Ακυβερνησία και ανακάτεμα της πολιτικής τράπουλας; Πες το κι έγινε...


Το εργαλείο του εκλογικού νόμου είχε πάντοτε περίοπτη θέση στην ιστορία των κοινοβουλευτικών πρακτικών στην Ελλάδα. Στις εκλογές του 1956, για παράδειγμα, το διαβόητο «τριφασικό» σύστημα κατάφερε να δώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην ΕΡΕ παρότι είχε έρθει… δεύτερη πίσω από τη Δημοκρατική Ένωση.
Πάντως, τα περισσότερα εκλογικά συστήματα που δοκιμάστηκαν στην Ελλάδα ήταν ενισχυμένης αναλογικής, δηλαδή συστήματα που με διάφορους τρόπους και σε διάφορους βαθμούς ενίσχυαν το πρώτο κόμμα – είτε με όρια για την πρόσβαση στη δεύτερη κατανομή, όπως το 17% των εκλογών του 1981, είτε με αύξηση των εδρών που διατίθενται στο πρώτο κόμμα στην πρώτη κατανομή (το «συν ένα» που ίσχυε για χρόνια), ή στην τρίτη κατανομή, είτε με την απλή μέθοδο της πριμοδότησης του πρώτου κόμματος με «μπόνους» εδρών, όπως οι 50 που προσφέρει το τρέχον εκλογικό σύστημα. Λογική ενισχυμένης αναλογικής φέρνει και το κατώφλι του 3%, που σημαίνει ότι κόμματα που με την απλή αναλογική θα είχαν κοινοβουλευτική παρουσία δεν εισέρχονται στη Βουλή, με τις έδρες αυτές να αποδίδονται στα μεγαλύτερα κόμματα.
Στη μνημονιακή περίοδο, με την κατάρρευση του προηγούμενου δικομματισμού στις εκλογές του 2012 και την εμφάνιση νέων κομμάτων, το ισχύον σύστημα με το μπόνους των 50 εδρών δεν κατάφερε δώσει αυτοδύναμα κόμματα –θα χρειαζόταν ένα ποσοστό τουλάχιστον 37%–, έδωσε, όμως, εξαρχής στο κόμμα που θα ήταν πρώτο με τουλάχιστον 30% τη δυνατότητα να έχει τον πρώτο λόγο στο σχηματισμό κυβέρνησης – αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι με 30% το πρώτο κόμμα ξεκινάει από μια βάση 125-130 βουλευτών.
Ιστορικά, οι σκέψεις για αναλογικότερο σύστημα, όταν δεν έχουν αφετηρία το ιστορικό αίτημα της Αριστεράς –που βέβαια αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας το ξέχασε ευσχήμως την περίοδο 2012-2015–, πάντοτε προέρχονταν από κόμματα που δεν έβλεπαν προοπτική πρωτιάς αλλά ευελπιστούσαν, εάν κανείς δεν συγκέντρωνε αυτοδυναμία, να πετύχουν συμμαχική κυβέρνηση. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν το σύστημα που εφαρμόστηκε στις εκλογές της περιόδου 1989-90, το οποίο είχε επεξεργαστεί το ΠΑΣΟΚ βλέποντας την προοπτική ανόδου της ΝΔ υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και επιδιώκοντας να μπορεί, ως δεύτερο κόμμα, να κάνει κυβέρνηση συνεργασίας με την Αριστερά. Βέβαια, στο τέλος, είχαμε τη συγκυβέρνηση Τζαννετάκη και την Οικουμενική.
Ιστορικά στην Ευρώπη συχνά είδαμε μετά από παρατεταμένες περιόδους πολιτικής κρίσης και αστάθειας να προκρίνονται εκλογικά συστήματα που ευνοούν το πρώτο κόμμα για να σχηματίζονται ισχυρές κυβερνήσεις. Αυτό έγινε με την καθιέρωση από τον Ντε Γκωλ του συστήματος των δύο γύρων από τις εκλογές του 1958 και μετά και στην Ιταλία μετά το 1992. Από την άλλη, είναι εμφανής και η ευρωπαϊκή προτίμηση σε συμμαχικές κυβερνήσεις, ιδίως για χώρες που τυγχάνουν «ειδικής μεταχείρισης», όπως η Ελλάδα.
Ούτως ή άλλως, υπάρχει και ένα ευρύτερο ερώτημα: Μπορούν να υπάρξουν στο σημερινό τοπίο ισχυρά κόμματα με ποσοστά που θα τα καθιστούν ηγεμονικές πολιτικές δυνάμεις, δηλαδή πάνω από 43%-44%; Ή μήπως, ούτως ή άλλως, πάμε σε πολιτικά σκηνικά δομικά πιο ρευστά, πιο κατακερματισμένα, πιο ευάλωτα, που θα κάνουν αναγκαίες τις συμμαχικές κυβερνήσεις, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και την αίσθηση ότι όλα τα κόμματα λίγο πολύ συμμετέχουν στον ίδιο νεοφιλελεύθερο χυλό;
Η δύσκολη εκλογική αριθμητική της κυβέρνησης Τσίπρα
Ο τρόπος που η κυβέρνηση Τσίπρα αποφάσισε να ανοίξει θέμα εκλογικού νόμου αμέσως μετά την ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ θυμίζει περισσότερο περιφορά σκιάχτρου για τους δικούς της διαφωνούντες, αφήνοντας το χρόνο να τρέχει μέχρι να φανεί εάν τελικώς θα πάρει ανάσα ζωής από τους δανειστές, αλλά και να ξεκαθαριστεί το τοπίο στο χώρο δεξιότερα του Κέντρου.
Η φόρα με την οποία ρίχτηκε στην αρένα ο Κυριάκος Μητσοτάκης σήκωσε πολλή σκόνη. Γκάλοπ που τον έστεφαν πρωθυπουργό προέκυψαν τάχιστα, βουλευτές από το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι έσπευσαν να τον αναδείξουν σε φάρο που φωτίζει κάθε ελπίδα τους κρυφή, άλλοι από τον ΣΥΡΙΖΑ ένιωσαν πρώιμα το έδαφος να χάνεται από τα πόδια τους. Στην ίδια περίοδο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έβλεπε να έρχονται καταπάνω της διαδηλώσεις για το Ασφαλιστικό, αγροτικά μπλόκα, πιέσεις για την αξιολόγηση και το Προσφυγικό. Εκείνη τη συγκυρία επέλεξε ο υπουργός Εσωτερικών Παναγιώτης Κουρουμπλής να βγει δημοσίως και να δηλώσει σε αλλεπάλληλες συνεντεύξεις ότι ο εκλογικός νόμος είναι σχεδόν έτοιμος προς ψήφιση.
Το όπλο –και το όπλο ένα εργαλείο είναι– βρίσκεται πλέον στο τραπέζι, καπνό δεν βγάζει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η φωτιά είναι και πολύ μακριά. Για τα χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις του, ο ομιλητικός Πασοκογενής υπερυπουργός Εσωτερικών έδωσε ελάχιστες πληροφο-ρίες, οι διαρροές που ακολούθησαν όμως κάθε άλλο παρά τυχαίες είναι. Πληροφορίες, μάλιστα, αναφέρουν ότι σε τεχνικό επίπεδο είναι ο εθνικός «εκλογολόγος» καθηγητής Ηλίας Νικολακόπουλος αυτός που δοκιμάζει ποια εκδοχή Βουλής θα έδιναν παραλλαγές του νέου εκλογικού νόμου, όπως ακριβώς είχε κάνει και για τον ισχύοντα εκλογικό νόμο που ψηφίστηκε επί ΠΑΣΟΚ.
Εδώ να διευκρινίσουμε κάτι σημαντικό. Για να έχει άμεση εφαρμογή ο νέος εκλογικός νόμος, θα πρέπει να περάσει με 200 θετικές ψήφους. Μια ματιά στα αποτελέσματα των εκλογών δείχνει ότι η ΝΔ έχει 75 έδρες, άρα θεωρητικά υπάρχει περιθώριο για συμμαχία με τα μικρότερα κόμματα για ένα αναλογικότερο σύστημα που θα απέτρεπε το ενδεχόμενο η ΝΔ, ακόμη και με τη σημερινή δημοσκοπική τάση, να βρεθεί αυτοδύναμη. Με αυτό τον τρόπο θα άνοιγε ο δρόμος για μια κυβέρνηση συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με κάποια από τα σημερινά μικρότερα κόμματα ή όσα μπορεί να προκύψουν στο δρόμο. Με άλλα λόγια, θα είχε νόημα η κυβέρνηση να προσπαθήσει να διαμορφώσει έναν ισχυρό κοινοβουλευτικό συσχετισμό υπέρ της αλλαγής του εκλογικού νόμου επί το αναλογικότερο, σε μια προσπάθεια να υπερκεράσει τη διαφαινόμενη άρνηση της ΝΔ να συναινέσει. Δεν είναι τυχαίο π.χ. ότι το θέμα του εκλογικού νόμου αποτέλεσε βασικό αντικείμενο συζήτησης στην πρόσφατη συνάντηση Αλέξη Τσίπρα – Δημήτρη Κουτσούμπα. Το ερώτημα είναι εάν μια τέτοια προοπτική θα τύχαινε ευνοϊκής αποδοχής από τους δανειστές.
Ως προς τις προτάσεις που έχουν ακουστεί, αυτές κινούνται σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά το αναλογικότερο. Εδώ έχουμε τη μείωση –και μάλλον όχι κατάργηση– του μπόνους των 50 εδρών που παίρνει σήμερα το πρώτο σε ψήφους κόμμα. Τα σενάρια που εξετάζονται περιλαμβάνουν:
– Μπόνους 20 ή 30 εδρών στο πρώτο κόμμα. Στην περίπτωση αυτή, το 37% που ήταν απαραίτητο ως τώρα (με μπόνους 50 εδρών) για σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης μεγαλώνει και η προοπτική μοναχικής εξουσίας για τον πρώτο απομακρύνεται κατά πολύ. Κάτι τέτοιο κρατά τον δεύτερο στο παιχνίδι και του αφήνει μεγαλύτερες πιθανότητες να ηγηθεί σε συμμαχική κυβέρνηση με μικρότερα κόμματα.
– Μπόνους 50 εδρών αλλά μοιρασμένο. Εδώ οι 50 έδρες δεν καταλήγουν στο πρώτο κόμμα, αλλά μοιράζονται είτε στα δύο πρώτα ή σε όσα κόμματα ξεπεράσουν ένα ποσοστό που θα ορίζεται στον εκλογικό νόμο (π.χ. το 10%). Αυτό το σενάριο προτιμάται από όσους επιθυμούν να συνεργαστούν μεταξύ τους τα μεγάλα κόμματα κατά τα πρότυπα της Γερμανίας. Τα ενισχύει σε βάρος της αναλογικότητας, αλλά τα υποχρεώνει να προσθέσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να κυβερνήσουν.
– Μείωση του ορίου του 3% για την είσοδο στη Βουλή. Εδώ εξετάζεται η μείωση στο 2,5% ή στο 2%. Τυχόν τέτοια κατεύθυνση θα άνοιγε το δρόμο για την είσοδο διαφόρων κομμάτων αλλά και θα έδινε κίνητρο για διασπάσεις κομμάτων ή την εμφάνιση νέων σχηματισμών, αποτρέποντας παράλληλα την προσπάθεια της ΝΔ να συσπειρώσει όλη την Κεντροδεξιά. Από την άλλη, σε αυτή την περίπτωση, θα υπάρξουν και φωνές που θα θυμηθούν ότι όταν καθιερώθηκε το 3%, ένας από τους λόγους που είχαν επικαλεστεί οι εμπνευστές του ήταν και η αποτροπή της δημιουργίας μειο-νοτικού κόμματος στη Θράκη, που στις εκλογές της περιόδου 1989-90 είχε μπει στη Βουλή. Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, πάντως, εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μείωση αυτή. Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά ρυθμίσεις που ενισχύουν τη διαφάνεια και αμβλύνουν, θεωρητικά, την κριτική για τα βουλευτικά προνόμια:
– Μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 250 ή 200. Το Σύνταγμα αναφέρει ότι ο αριθμός των βουλευτών πρέπει απλώς να είναι ανάμεσα στους 200 και τους 300. Τυχόν μείωση του αριθμού των βουλευτών, πάντως, περισσότερο θα χαϊδεύει ένα λαϊκιστικό αντανακλαστικό για τα «προνόμια» και τους «κηφήνες» στη Βουλή παρά θα λύνει κάποιο πρόβλημα· αντίθετα θα περιορίσει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα των μικρότερων κομμάτων να έχουν εκπροσώπηση και αξιοπρεπή κοινοβουλευτική ομάδα.
– Σπάσιμο των μεγάλων εκλογικών περιφερειών. Στις ελληνικές εκλογές υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τις μεγάλες εκλογικές περιφέρειες που εκλέγουν δεκάδες βουλευτές η καθεμία, όπως είναι η θηριώδης Β΄ Αθήνας με 44 διαθέσιμες έδρες, η Α΄ Θεσσαλονίκης με 16, το υπόλοιπο Αττικής με 15, η Α΄ Αθήνας με 14. Σε περιφέρειες τόσο μεγάλες όσο η Β΄ Αθήνας είναι σαφές ότι δυνατότητα εκλογής μπορούν να έχουν μόνο ιδιαίτερα προβεβλημένα στελέχη με αρκετά χρήματα ή μηχανισμό –και φυσικά εξάρτηση από κάθε λογής «χορηγούς» ώστε να ξεδιπλώσουν προεκλογική εκστρατεία που να προσελκύσει μεγάλο μέρος της περιφέρειας–, αλλά και φυσικά καλή σχέση με τα τηλεοπτικά κανάλια, ώστε να γίνονται –καιρό πριν τις εκλογές– οικεία πρόσωπα για το εκλογικό κοινό. Κοινώς είναι περιφέρειες που δεν παράγουν πολιτευτές, αλλά πολιτικούς βαρόνους. Γι’ αυτόν το λόγο επανέρχεται διαρκώς η πρόταση για σπάσιμο των περιφερειών. Εδώ, όπως και με την περίπτωση του περιορισμού του συνολικού αριθμού των βουλευτών, έχουμε και την προσπάθεια της κυβέρνησης να παρουσιάσει την αλλαγή του εκλογικού νόμου όχι ως έναν πολιτικό υπολογισμό με στόχο το τοπίο μετά τις επόμενες εκλογές, αλλά ως ένα νόμο που, όπως δήλωσε ο αρμόδιος υπουργός Π. Κουρουμπλής, «θα επιχειρεί να λύσει όλα τα μεγάλα θέματα και θα επιδιώκει να φέρει πίσω το 40% της κοινωνίας που απέχει και αποστρέφει το πρόσωπό του από την πολιτική». Τα σενάρια μιλούν για σπάσιμο της Β΄ Αθήνας σε 3 ή 4 κομμάτια, της Αττικής (σε 2 ή 3) και της Α΄ Θεσσαλονίκης στα δύο. Με την Α΄ Αθήνας υπάρχει προβληματισμός επειδή σπάει το ενιαίο του Δήμου Αθηναίων. Άλλες εκδοχές περιλαμβάνουν και σπάσιμο μικρότερων εκλογικών πε-ριφερειών έως και εκείνες που εκλέγουν 8 βουλευτές (Αχαΐα, Ηράκλειο, Λάρισα, Β΄ Πειραιά, Β΄ Θεσσαλονίκης).
– Τεχνικές αλλαγές στην κατανομή των εδρών. Με τον τρόπο που γίνεται σήμερα η διαδικασία εξομάλυνσης (δηλαδή η εξασφάλιση ότι όλα τα κόμματα παίρνουν αυτό που δικαιούνται), παρατηρούνται κάποιες «αδικίες» ως προς την εκπροσώπηση κομμάτων σε συγκεκριμένες εκλογικές περιφέρειες. Ο κ. Κουρουμπλής αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε «εκτρώματα» σχολιάζοντας ότι «η ΝΔ που είναι δεύτερο κόμμα δεν έχει βουλευτή π.χ. στην Καβάλα, στην Κομοτηνή ή την Πιερία». Το φαινόμενο αυτό, βέβαια, θα περιοριστεί δραστικότατα εάν μειωθεί το μπόνους στο πρώτο κόμμα. Κατά άλλες πληροφορίες, όμως, εξετάζονται και αλλαγές ώστε τα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα μετά την πρώτη φάση κατανομής των εδρών να μη λαμβάνονται υπόψη μόνο σε επίπεδο εκλογικής περιφέρειας, αλλά να προηγείται ένα επίπεδο διοικητικής περιφέρειας ή αποκεντρωμένης διοίκησης.
Ωστόσο, η ουσία παραμένει: το τι θα γίνει με τον εκλογικό νόμο θα εξαρτηθεί τελικά από τις πολιτικές εξελίξεις και τους πολιτικούς υπολογισμούς. Η κυβέρνηση θα πρέπει να κινηθεί σε μια λεπτή ισορροπία, καθώς από τη μια θα προσπαθεί να διαμορφώσει ένα συσχετισμό για ένα σύστημα αναλογικότερο –όχι όμως «απλή και ανόθευτη αναλογική», όπως θα ήθελαν αρκετά από τα μικρότερα κόμματα– και από την άλλη αυτό δεν θα πρέπει να φαίνεται απλώς ως προσπάθεια «να μπορεί το δεύτερο κόμμα να σχηματίσει κυβέρνηση».
Μέχρι να καταλήξει κάπου, το μόνο που σίγουρα επιτυγχάνεται είναι ο πονοκέφαλος σε όσους κυβερνητικούς βουλευτές διαφωνούν με τα μέτρα που καλούνται να ψηφίσουν αλλά αγαπούν το βουλευτικό τους έδρανο. Ο κ. Κουρουμπλής ξεκαθάρισε, άλλωστε, ότι εάν γίνουν εκλογές μέχρι τον ερχόμενο Ιούλιο, θα διεξαχθούν με λίστα, καθώς δεν θα έχει περάσει 18μηνο από την τελευταία φορά που έγιναν με σταυρό προτίμησης, τον Γενάρη του 2015. Αυτό σημαίνει ότι η ηγεσία θα μπορεί να ορίσει ποιοι θα τοποθετηθούν ψηλά. Ή απλώς να βεβαιώσει ότι με απώλεια της δεδηλωμένης και προοπτική δεύτερης θέσης, ακόμη και οι ευνοούμενοι δεν έχουν εξασφαλισμένη την επανεκλογή τους.
unfollow.com.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια: