Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Το 1821 ανάμεσα στο μύθο και στην αλήθεια. Καλύτερα μιας ώρας...

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ*

Η Επανάσταση του 1821 και ο μακρόχρονος πόλεμος της ελληνικής ανεξαρτησίας που ακολούθησε, εγγράφηκαν με ιδιαίτερο τρόπο στην ιστορία της Ευρώπης.

Ηταν οι εποχές της Παλινόρθωσης, της ανατροπής δηλαδή των πολιτικών σχημάτων που προήλθαν από τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και των αξιών, των κληροδοτημάτων της τελευταίας στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι βασιλικοί και αυτοκρατορικοί ηγεμόνες είχαν εγκατασταθεί με ασφάλεια στους θρόνους τους και αναζητούσαν σε σχήματα, όπως η Ιερή Συμμαχία, τρόπους για να εξασφαλίσουν την εξουσία τους στο παρόν και το μέλλον. Τις προσδοκίες των λαών και των ανήσυχων πνευμάτων της ηπείρου τις σκέπαζε η μαύρη καταχνιά της Θείας Πρόνοιας, Υψιστου Τοποτηρητή της τυραννικής ισορροπίας του κόσμου.

Οταν μια επανάσταση ξεσπά σε ένα ιστορικό πλαίσιο, όπως αυτό του 1821, σχεδόν αυτονόητα γίνεται υπόθεση που αφορά πολλούς, ασύγκριτα περισσότερους από όσους η όποια αποδέσμευση της Ελλάδας από τον σουλτάνο άμεσα αφορούσε. Ολα τα φωτεινά πνεύματα της Ευρώπης στράφηκαν προς αυτήν και σε αυτήν εναπόθεσαν τις ελπίδες και τις ιδέες τους, τη νοσταλγία τους επίσης για μία Ευρώπη της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και του πνεύματος, όπως αυτή που το 1789 είχε υποσχεθεί.

Με λίγα λόγια, εξαιρετικά πολλοί ήσαν εκείνοι που είδαν στον ξεσηκωμό των Ελλήνων όσα ο καθένας τους επιθυμούσε να δει στην εποχή του και στον κόσμο του. Και για το λόγο αυτό, η Ελληνική Επανάσταση έγινε η επανάσταση του Ρομαντισμού και τυλίχθηκε με την πλούσια μυθοπλασία που ο τελευταίος έφερνε μαζί του.

Σε αυτή τη συγκυρία, βασανιστικά και επώδυνα, οι Ρωμιοί έγιναν Ελληνες. Και έντυσαν τη νέα τους αυτή ιδιότητα με τα πολύχρωμα ενδύματα που η εποχή της εθνικής δημιουργίας προμήθευσε.

Εχοντας πλέον σημαντική απόσταση στο χρόνο από τα τότε συμβάντα μπορούμε σήμερα να είμαστε πιο αναλυτικοί στις παρατηρήσεις μας. Σε τελευταία ανάλυση, οι σημερινές γνώσεις επιτρέπουν τη σύγκριση όσων συνέβησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με ανάλογες καταστάσεις στο χώρο ή το χρόνο. Η διάθεση «εκδυτικισμού» -«εξευρωπαϊσμού» ή «εκμοντερνισμού» αν προτιμάτε- που εκδηλώθηκε στα ανώτατα κλιμάκια της Αυτοκρατορίας στα τέλη τού γενικότερα ανατρεπτικού 18ου αιώνα, συμπεριλάμβανε στα «θύματά» της και τη χριστιανική διοικητική και εκκλησιαστική αριστοκρατία της Πόλης, τους Φαναριώτες.

Σε μια Αυτοκρατορία που ήθελε να πορευθεί στα ίχνη του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσίας, τουλάχιστον, δεν ταίριαζαν ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί αλλόθρησκοι ή ευνούχοι. Οι τελευταίοι προοδευτικά εξέλιπαν, οι προτελευταίοι όμως είχαν και άλλες επιλογές.

Η εδαφική επέκταση της Ρωσίας, η οικονομική επέκταση της Γαλλίας, της Αγγλίας και γενικά της «Δύσης», οι διομολογήσεις, αλλά και η ρευστότητα των καιρών, έδωσαν στους ισχυρούς Ρωμιούς της Πόλης άφθονες εναλλακτικές για το κοινωνικό και πολιτικό τους μέλλον ιδέες. Στην Πόλη, στις αυλές των πριγκίπων του Δούναβη και στους κύκλους των αυτοεξόριστων στη Ρωσία ή στην Ιταλία, τα από καιρό αλλήθωρα βλέμματα προς τη Δύση έγιναν συνάντηση με έναν κόσμο ολότελα διαφορετικό από τον ώς τότε δικό τους.

Στο κάτω-κάτω οι ταραγμένοι καιροί του Ναπολέοντα, εκτός από νέες ιδέες, έδιναν και νέους συμμάχους. Οι Αρβανίτες των μικρών νησιών έγιναν ισχυροί καραβοκύρηδες, ο από το εμπόριο πλούτος μεγάλωσε και οι πολιτικές αναταράξεις στον κορμό της Ελλάδας ενίσχυσαν και εν μέρει αυτονόμησαν ισχυρά κοινωνικά στρώματα αριστοκρατικής υφής: τους προύχοντες του Μωριά λόγου χάρη, τους αξιωματούχους και τους αρματολούς του Αλή Πασά στα Γιάννενα.

Η αποσχιστική δραστηριότητα του τελευταίου έφερε τα πράγματα στο σημείο βρασμού. Το κόστος της εκστρατείας σε μεγάλο ποσοστό ανέλαβαν να το καταβάλουν οι προύχοντες του Μωριά, ενώ οι χριστιανοί αρματολοί τού παρ' ολίγον κράτους του αποστάτη Αλή έμειναν χωρίς αφεντικό, ανοικτοί σε όποιες νέες προτάσεις. Με τη Φιλική Εταιρία ως σημείο συνάντησης οι διάφορες πιέσεις και δυσαρέσκειες μετατράπηκαν εύκολα σε εξέγερση και η ιστορία των Ρωμιών άρχισε να μεταβάλλεται σε ιστορία των Ελλήνων.

Η εξέλιξη ήταν η αναμενόμενη σε τέτοιο τόπο, τέτοια εποχή. Φαναριώτες (όσοι δεν έσπευσαν να προσκυνήσουν στον πρώτο θυμό του σουλτάνου), προύχοντες, αρματολοί, καραβοκύρηδες, μπορούσαν λίγο μόνο να ξηλώσουν τον ιστό της δουλείας. Δεν μπορούσαν να τον κομματιάσουν και να υφάνουν πάνω του τη νέα κατάσταση.

Για να γίνει αυτό, η εξέγερσή τους, η απόσχισή τους από το οθωμανικό σύστημα, μέρος του οποίου ήσαν οι ίδιοι, η αυθάδεια στην εξουσία του σουλτάνου, έπρεπε να μεταβληθεί σε επανάσταση. Για να γίνει αυτό -αμέσως το κατάλαβε ο Κολοκοτρώνης- οι υποτελείς των αρχόντων, οι αγρότες, οι ποιμένες, οι ναυτικοί, οι ραγιάδες, ο λαός αν θέλετε, έπρεπε να μπουν στον αγώνα. Και μπήκαν δίνοντας έκτοτε, με τον καλό ή με τον κακό τρόπο -δεν είναι μπαλέτο οι επαναστάσεις- τον τόνο στις εξελίξεις των γεγονότων. Στη γέννηση της Ελλάδας δηλαδή!

«Ετσι ήταν ωρέ!», όπως θα έλεγε ο γέροντας αγωνιστής του Βλαχογιάννη. Με το αίμα και τις προσδοκίες των πολλών, με τους υπολογισμούς και τα συμφέροντα των λίγων, με το μεγαλείο και τις μικρότητες του αγώνα, με τις ατελείωτες παρεξηγήσεις και απογοητεύσεις των ρομαντικών φιλελλήνων, με τις παρεμβάσεις των ισχυρών, κτίστηκε, βήμα το βήμα, το ανεξάρτητο κράτος των Ελλήνων. Και έκτοτε, στο χάρτη του κόσμου, υπάρχει Ελλάδα και Ελληνες.

...Μέχρι κάποιο πρόσθετο Μνημόνιο να αποφασίσει καθαρά ότι λάθος έγιναν όλα αυτά, ότι είναι αναχρονιστικά, μη ανταγωνιστικά και βιώσιμα, ότι δεν αρμόζουν στον κόσμο της καπιταλιστικής αγοράς. Οτι δηλαδή, με το να ξαναγίνουμε υποτελείς και ραγιάδες, θα αποκτήσουμε κάποιο μικρό παράθυρο με θέα στον παράδεισο των σημερινών ισχυρών.

* Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: